Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα καβάφης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα καβάφης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το μοναχικό τέλος, ο θάνατος και τις τελευταίες ώρες του Καβάφη περιγράφει ο φίλος του ανήμερα των γενεθλίων του 🎂


Το μοναχικό τέλος του Κ.Π. Καβάφη
ανήμερα των γενεθλίων του

29 Απριλίου του 1863 γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια
17 Απριλίου 1863 (με το π. ημ.)
και στις 29 Απριλίου του 1933 «έφυγε»
ο οικουμενικός μέγας Ποιητής της ελληνικής

Κωνσταντίνος Καβάφης - Αθανάσιος ο Μέγας (Ανάλυση)

Δεξιά: Εικόνα του Αγίου Αθανασίου δια χειρός Φωτίου Κόντογλου 
αριστερά: προσωπογραφία του ποιητή που φιλοτέχνησε 
η Θάλεια Φλώρα - Καραβία το 1926. 
Σύνθεση photo by Sophia-Ntrekou.gr | Αέναη επΑνάσταση

Αθανάσιος (Ιουλιανό ποίημα του Καβάφη)

Επιμέλεια της Σοφίας Ντρέκου

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης παρουσιάζει στο ποίημα τη φυγή του Μέγα Αθανάσιου στον Νείλο, που είχε ως αποτέλεσμα να περάσει συνολικά 18 χρόνια εξόριστος. Διάβασε το περιστατικό που ενέπνευσε το ποίημα σε ένα αγγλικό βιβλίο για την ιστορία της εκκλησίας της Αιγύπτου. 

Καβάφης: Πάρθεν η Pωμανία - Ανάλυση


🟥 🔴

Πάρθεν - Kωνσταντίνος Kαβάφης (Mάρτιος 1921)


Εργασία, Σοφία Ντρέκου, Αρθρογράφος

Είναι το μοναδικό από τα ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη που δεν κατατάσσεται σε καμία κατηγορία.

Παρακολουθώντας και αναδεικνύοντας τα γεγονότα βλέπουμε και την διέξοδο. Αποτέλεσμα, να γινόμαστε μέτοχοι και εμείς στο αναγκαίο, αυτό που πέρα από προσδοκία, να γίνεται προσμονή και δικαίωση. Ένα ποίημα του Κ.Π. Καβάφη, έτσι για να μας θυμίζει την ιστορία.

Ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης άργησε να καθιερωθεί στην Ελλάδα, αφού Παλαμάς και Ψυχάρης ήταν πολέμιοι της ποίησής του, επειδή δεν συμβάδιζε μ’ εκείνην που καλλιεργούνταν στην Αθήνα

Ώσπου ήλθε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (με κοινές ρίζες την Πόλη), που τον παρουσίασε υμνητικά στις στήλες του περιοδικού Παναθήναια. Και τότε το καβαφικό ύφος, με την κατάργηση της ομοιοκαταληξίας, θεωρήθηκε μοντέρνο κι επηρέασε τους μεταγενέστερους ποιητές.

Στα 30 του χρόνια ο Καβάφης, αν και ζούσε μακριά, δεν ήταν αποκομμένος από την Ελλάδα. Διατηρούσε μέσα του ζωντανό το όνειρο της μεγάλης Ελλάδας και δημοσίευσε άρθρο στην εφημερίδα Τηλέγραφος της Αλεξάνδρειας (9/4/1893), με τίτλο «Το Κυπριακό ζήτημα», όπου σημειώνει:

«…ας ελπίσωμεν, ότι μίαν ημέραν οι πόθοι των Κυπρίων, ή ορθότερον των Ελλήνων όλων, περί ενώσεως της νήσου μετά του Ελληνικού Βασιλείου, θα εκπληρωθώσιν. Εν τη Μεγάλη Βρετανία υπάρχει φιλοδίκαιος πεφωτισμένη και πανίσχυρος δημοσία γνώμη. Η Κύπρος ήτις δια την Ελλάδα είναι μέγα βήμα προς τα πρόσω, δια την Αγγλίαν είναι βάρος, δυσκολία τις, πηγή φροντίδων».


Tο ποίημά του «Πάρθεν», γραμμένο στο 1921, είναι εκμυστήρευση του ποιητή για την εντύπωση που του προξένησε το διάβασμα των ιστορικών δημοτικών μας τραγουδιών, και ιδιαίτερα ενός που είναι γραμμένο στο γλωσσικό ιδίωμα της Τραπεζούντας και σχετίζεται με την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και της Θεσσαλονίκης.

«Σύμφωνα και με τον Ξενοφώντα Κοκόλη, στο «Πάρθεν» «περιέχεται η εκτενέστερη μέσα στο σύνολο του καβαφικού ποιητικού έργου ενσωμάτωση ασύμβατου γλωσσικού υλικού», ενσωμάτωση η οποία, ως γεγονός και μόνον, αρκεί για να δικαιολογηθεί η άποψη, διατυπωμένη από τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, «ότι το Πάρθεν «γενετικά δεν ανήκει πουθενά»» [Παρατίθεται από τον Ξ. Κοκόλη, ό.π., σ. 41.].

Την αίσθηση, δε, της μοναδικότητας που μας αφήνει το «Πάρθεν», ο Ξ. Κοκόλης υποστηρίζει πειστικά πως «την χρωστούμε στο είδος τού υλικού που ενσωματώνεται», με άλλα λόγια, στην «κατασκευαστική τόλμη» τού Καβάφη να αναμείξει φράσεις, όχι λέξεις απλώς, «της ποντιακής διαλέκτου με τα συντηρητικά ελληνικά του υπόλοιπου κειμένου». Στην προρρηθείσα γλωσσική μοναδικότητα, σε συνδυασμό με μια αντίστοιχη άπαξ, ουσιαστικά, ρητή αναφορά από τον Καβάφη στον «ψυχολογικό κόμπο Άλωση της Πόλης» αποδίδεται το γεγονός ότι το ποίημα, αν και άρτιο τεχνικά, παρέμεινε ανέκδοτο.»


Το «Πάρθεν» αποτελεί κορυφαίο και μάλιστα μοναδικό δείγμα τού διακειμενικού διαλόγου προσωπικής και δημοτικής ποίησης στο έργο του Καβάφη, δείγμα ανήκον στην ώριμη καλλιτεχνική του περίοδο. Ο τίτλος του ποιήματος του Καβάφη «Πάρθεν» σημαίνει «επάρθη», δηλαδή έπεσε στα χέρια των Τούρκων η Κωνσταντινούπολη.

Όπως στο «Άγε ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων», έτσι και σ’ αυτό το ποίημα με θέμα την πτώση της Κωνσταντινούπολης, την Τρίτη, 29 Μαΐου 1453, ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής εισάγει - μέσα σε μια ήρεμη σχετικά εξιστόρηση - ένα άλλο στοιχείο, εποχικό, από μια απόμακρη, απωελληνική, τραπεζούντια σκοπιά. Και τότε η αφήγηση στην ντοπιολαλιά κάνει απολύτως οικείο τον ιστορικό χωροχρόνο, η δραματικότητα της όλης σύνθεσης εκτινάσσεται, το ΠΑΡΘΕΝ απογειώνεται ως μονολεκτική τραγωδία. Αναρωτιέμαι, για ποιο λόγο ο Καβάφης δεν κοινοποίησε αυτό το αριστουργηματικό ποίημά του, αλλά προτίμησε να το κρατήσει στην άκρη... μάλλον για παραπέρα «παιδεμό»;

Ο Καβάφης και ο Πόντος

Για την καταγωγή του ο Καβάφης σημειώνει: «είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια…», τελευταίο παιδί του Πέτρου Καβάφη και της Χαρίκλειας Φωτιάδου. Ο πατέρας της Χαρίκλειας Γεώργιος (Γιωρίκας) καταγόταν από την Τραπεζούντα του Πόντου και η οικογένειά του μετοίκησε στις αρχές του 19ου αιώνα στην Πόλη, ασχολούμενη με το εμπόριο κοσμημάτων.  
Λίγο πριν από το 1920, όταν πέθανε η Χαρίκλεια, ο Καβάφης ασχολείται με τα δημοτικά τραγούδια που έχουν σχέση με την απώτερη καταγωγή της μητέρας του, όπως το ποντιακό «Η Ρωμανία επάρθεν». 
Διαβάστε περισσότερα » Καβάφης: είμαι Κωνσταντινουπολίτης. Οι ρίζες του με το Νιχώρι Βοσπόρου

Η συνομιλία του Κ. Καβάφη με το ποντιακό δημοτικό τραγούδι «Πάρθεν η Ρωμανία»
Καβάφης - Πάρθεν... η Ρωμανία 29 Μαΐου 1453 «Η Πόλις Εάλω»

Το ποντιακό δημοτικό τραγούδι «πάρθεν η Ρωμανία» είναι ένας θρήνος για την πτώση της βασιλεύουσας, αλλά υπάρχει η ελπίδα μέσα σε αυτόν της εθνικής αποκατάσταση, πίστης της επιβίωσης του γένους, θεματολογικά συναφές με το «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ναι». (βλ. εδώ) Αυτό το ποίημα κέντρισε την προσοχή του Κ. Καβάφη και άνοιξε διακειμενική συνομιλία μαζί του. Είναι το μοναδικό από τα ποιήματα του που δεν κατατάσσεται σε καμία κατηγορία. 

Ο Καβάφης τόλμησε κάτι μοναδικό, ανέμειξε ολόκληρες φράσεις από το ποντιακό δημοτικό με τα υπόλοιπα στοιχεία του ποιήματος τα καθαρά καβαφικά. Το ποίημα άρτιο τεχνικά παρέμεινε ανέκδοτο και ανήκει στα λεγόμενα «κρυμμένα» του Κ. Καβάφη, που ασχολήθηκε με τα δημοτικά τραγούδια και ειδικά με τα μοιρολόγια, αυτό δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό. Ο Ποιητής διαλέγεται με το ποντιακό δημοτικό τραγούδι και συντονίζεται με αυτό. 

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης - Πάρθεν

Εγράφη Μάρτιον 1921, εν έτος προ της καταστροφής
της Σμύρνης και του Ελληνισμού του Πόντου.

«Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ' άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη,πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».

Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ' είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ' τ' άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

Μα αλοίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλιν αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ· μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ' την ρίζαν».

Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.

«Σίτ' αναγνώθ' σίτ' ανακλαίγ' σίτ' ανακρούγ' την κάρδιαν.
Ν' αοιλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν».

Βίντεο: Ποίημα «Πάρθεν», Κωνσταντίνος Π. Καβάφης και «Πάρθεν η Ρωμανία», παραδοσιακό τραγούδι του Πόντου.


Ανάγνωση εδώ «Πάρθεν» διαβάζει: ο Σαββίδης Γ. Π., Ανέκδοτη ηχογράφηση, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, 1990.

Το δημοτικό ποίημα στο οποίο αναφέρεται ο Κ.Π. Καβάφης είναι: Πάρθεν η Ρωμανία (Δημοτικό τραγούδι του Πόντου)

Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην·
ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.

Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,

Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης·
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.

Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
«Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!»

Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,

- Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.

- Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

ΔΕΙΤΕ: 29 Μαΐου 1453. Η συγκλονιστικότερη ημέρα του νεότερου Ελληνισμού. Η ΠΟΛΙC ΕΑΛΩ !

Βίντεο: «Του μικρού Βλαχόπουλου, η Ρωμανία Επάρθεν». Από την παράσταση-αναδρομή στο Ελληνικό τραγούδι: «Και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως» που έγινε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών τον Ιούνιο του 1994. Στη λύρα ο Μιχάλης Καλλιοντζίδης. Τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας. Συγκλονιστική η Αφήγηση της Λυδία Κονιόρδου!


Ανάλυση του ποιήματος

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης συνθέτει το «Πάρθεν» -που ανήκει στα Κρυμμένα ποιήματά του- αντλώντας την έμπνευσή του από δημοτικά τραγούδια∙ στοιχείο που το καθιστά ξεχωριστό, αφού οι συνήθεις πηγές έμπνευσής του για ανάλογα ποιήματα ιστορικού περιεχομένου προέρχονται από ιστορικά αναγνώσματα ή άλλα κείμενα πολύ παλαιότερων περιόδων. Το ενδιαφέρον, πάντως, του Καβάφη για τα δημοτικά αυτά ποιήματα μπορεί να αιτιολογηθεί αφενός με βάση την καταγωγή του από την Κωνσταντινούπολη και, άρα, την εύλογη συγκίνηση που του προκαλούν αναφορές στην άλωση της Πόλης, κι αφετέρου λόγω της προφανούς αγάπης του ποιητή για κάθε έκφανση του ελληνικού λόγου. Η «παράξενη» ποντιακή διάλεκτος μιλά στην ψυχή του Καβάφη, που τόσο εκτιμούσε τον εκτός των ελληνικών συνόρων ελληνισμό.

[Πάρθεν: γ' ενικό παθητικού αορίστου του ποντιακού ρήματος επαίρω = επάρθηκε, αλώθηκε (εάλω).]

Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά∙ δικά μας, Γραικικά.

Το ποίημα ξεκινά με μια αναφορά του ποιητή στον εαυτό του -αυτοαναφορικότητα- και στην πρόσφατη ενασχόλησή του με τα δημοτικά τραγούδια, εξηγώντας κατ’ αυτό τον τρόπο τη γένεση του ποιήματός του. Τα δημοτικά τραγούδια που διαβάζει ο Καβάφης είναι κυρίως κλέφτικα και ιστορικά∙ εκείνα, δηλαδή, που αντιστοιχούν περισσότερο στα ενδιαφέροντά του.

Ο ποιητής χαρακτηρίζει τα κατορθώματα των κλεφτών και τις πολεμικές περιπέτειες των Ελλήνων που καταγράφονται στα δημοτικά αυτά τραγούδια, πράγματα «συμπαθητικά», προκειμένου να τονίσει την ιδιαίτερη συγκίνηση που του προκαλούν, κι ακόμη περισσότερο τα χαρακτηρίζει πράγματα «δικά μας», «Γραικικά», καθιστώντας σαφή τον συγκινησιακό αντίκτυπο που έχουν οι σχετικές αναφορές σε όλους τους Έλληνες, είτε πρόκειται γι’ αυτούς που βρίσκονται στον κυρίως ελληνικό χώρο, είτε σ’ αυτούς που, όπως ο ίδιος ο ποιητής, βρίσκονται σε περιοχές του ευρύτερου ελληνισμού. Τα δραματικά βιώματα των Ελλήνων που προέκυψαν από τις αναμετρήσεις τους με τους Οθωμανούς και οι μεγάλες απώλειες, όπως ήταν αυτή της Κωνσταντινούπολης, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής ταυτότητας.

Ο Καβάφης, μάλιστα, επιλέγει να χρησιμοποιήσει τον όρο «Γραικικά», αντί για το πλησιέστερο στην καβαφική γλώσσα «Ελληνικά», θέλοντας να φανερώσει το πόσο ταυτίζεται ως Έλληνας με τη δημοτική παράδοση, αλλά και με την οδυνηρή περίοδο που ξεκίνησε για το ελληνικό έθνος ύστερα από την άλωση της Πόλης. Ο ποιητής που ανατρέχει συνήθως στην αλεξανδρινή περίοδο για να αντλήσει την έμπνευσή του∙ ο ποιητής που δείχνει να νοσταλγεί περισσότερο τις ένδοξες στιγμές του γεωγραφικά εξαπλωμένου ελληνισμού των χρόνων της ύστερης αρχαιότητας, εκφράζει εδώ τη βαθιά συγκίνηση που του προκαλούν ο λαϊκός, δημοτικός λόγος και τα γεγονότα που σημάδεψαν τα πιο σκοτεινά χρόνια του ελληνισμού.

Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί πως ο όρος «Γραικοί» που άρχισε να χρησιμοποιείται κυρίως στην προεπαναστατική Ελλάδα, ήταν γνωστός ήδη από την αρχαιότητα και αναφέρεται ως ονομασία των Ελλήνων κι από τον Αριστοτέλη στο έργο του Μετεωρολογικά (I, 352α).

Ο αυτοαναφορικός τρόπος με τον οποίο ο Καβάφης ξεκινά το «Πάρθεν» μας παραπέμπει στο ποίημά του «Καισαρίων», όπου επιλέγει έναν παρόμοιο τρόπο εκκίνησης, φανερώνοντας παράλληλα την πηγή της ποιητικής του έμπνευσης: «Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή, / εν μέρει και την ώρα να περάσω, / την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή / επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω».

Ο Γ. Π. Σαββίδης γράφει τα ακόλουθα για τους εισαγωγικούς στίχους του ποιήματος: 
«Μολονότι η μελέτη δημοτικών τραγουδιών από τον Κ. μαρτυρείται ήδη στα 1914, ο ποιητής πιθανώς εδώ αναφέρεται στην ειδική απασχόλησή του με την σύνταξη μαθητικής ανθολογίας για τον Εκπαιδευτικό Όμιλο της Αιγύπτου. Η απασχόληση αυτή μπορεί να χρονολογηθεί μεταξύ Αυγούστου 1919 και Σεπτεμβρίου 1920.»

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την∙ πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την∙ πήραν την Σαλονίκη.

Πέρα από τα κλέφτικα ποιήματα, ο Καβάφης διαβάζει και τα πένθιμα εκείνα για τον χαμό της Πόλης, που εύλογα του προκαλούν μεγάλη συγκίνηση, εφόσον η άλωση της Κωνσταντινούπολης σήμανε το τέλος μιας λαμπρής πορείας για το ελληνικό έθνος. Ο ποιητής, μάλιστα, νιώθει σε τέτοιο βαθμό τη δύναμη του δημοτικού λόγου να περνά στους αναγνώστες του συγκίνηση και ρίγος για τα δραματικά γεγονότα που καταγράφει, ώστε προχωρά στην αυτούσια παράθεση εκτενών αποσπασμάτων από τα δημοτικά αυτά τραγούδια. Πρόκειται για τις εκτενέστερες παραθέσεις κειμένων που συναντάμε στην καβαφική ποίηση.

Η άλωση της Θεσσαλονίκης (Μάρτης 1430) και κυρίως η άλωση της Κωνσταντινούπολης (Τρίτη, 29 Μαΐου 1453) αποτέλεσαν γεγονότα με τρομερές συνέπειες για τον ελληνισμό, αφού σήμαναν με τον πλέον απόλυτο τρόπο το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και το ξεκίνημα μιας δυσβάσταχτης για τους Έλληνες υποδούλωσης στους Οθωμανούς. Μια οδυνηρή πραγματικότητα που αποδίδεται στο δημοτικό τραγούδι για την Άλωση, που παραθέτει ο Καβάφης, με το επιτακτικό κάλεσμα προς τους παπάδες να κλείσουν τα χαρτιά που διαβάζουν, να κλείσουν τα ευαγγέλια, και να πάψουν τις ψαλμωδίες, αφού τώρα πια όλα είναι μάταια∙ αφού τώρα πια οι Τούρκοι πήραν την Κωνσταντινούπολη. Οι προσευχές και οι ικεσίες δεν έχουν τίποτε να προσφέρουν∙ ο χαμός της Πόλης συντελέστηκε κι είναι οριστικός.

Ο Γ. Π. Σαββίδης επισημαίνει σχετικά με την πηγή των δημοτικών τραγουδιών: «Λόγια πηγή του ποιήματος είναι η συλλογή του Αρνόλδου Passow, Τραγούδια Ρωμαίικα – Popularia carmina Graeciae recentioris, Λιψία 1860, αρ. cxciv και cxcv, και ιδίως ο αρ. cxcviii. Ο Κ., αντιγράφοντας τους στίχους που τον ενδιέφεραν να ενσωματώσει, αλλοίωσε κάπως το πρωτότυπο, ορθογραφικά μα και συντακτικά – με μια απροσδόκητη μετρική συνέπεια, όπως παρατήρησεν ο Peter Mackridge: 15 απαί: απέ // 16 με στο φτερούλιν: και στ’ άλλο το φτερούλν’ // 18 κυπαρίσ’: κυπαρέσσ’ // 23 αοιλλή: αοιλλοί.»

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.


Ο Καβάφης σχολιάζει πως, αν και τον συγκίνησαν όλα τα σχετικά με την Άλωση τραγούδια, εκείνο που τον άγγιξε περισσότερο ήταν αυτό που προέρχεται από την Τραπεζούντα, με την «παράξενη» γλώσσα του, που εκφράζει τη λύπη των Γραικών από τα μακρινά μέρη του Εύξεινου Πόντου.

Ο Καβάφης αναγνωρίζει στο ποντιακό άσμα τόσο τη θλίψη των εκεί Ελλήνων για το χαμό της Πόλης, όσο και την κρυφή ελπίδα τους πως ίσως υπάρχει ακόμη η δυνατότητα να αντιστραφεί η κατάσταση και οι Έλληνες να σωθούν απ’ την φονική επέλαση των Οθωμανών.

Ο Καβάφης, που μελετά και θαυμάζει τις ποικίλες εκφάνσεις του ελληνικού λόγου σε όλη του τη μακραίωνη ιστορική πορεία, δεν μπορεί παρά να εκτιμήσει και να θαυμάσει την ηχητική και λεκτική ποιότητα της ποντιακής διαλέκτου. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, αφού στα άσματα του ποντιακού λαού εκφράζεται με τρόπο απερίφραστο η αναγνώριση της κοινής ελληνικής ταυτότητας και ο πόνος για την απώλεια των μεγάλων κέντρων του ελληνισμού.

Οι Έλληνες του Πόντου θρηνούν για την άλωση της Πόλης με την ίδια οδύνη που αισθάνονται κι οι Έλληνες του κυρίως ελληνικού χώρου∙ κάτι που φανερώνει πως η ελληνική συνείδηση και η αγάπη για τον ελληνισμό δεν καθορίζεται με τοπικούς προσδιορισμούς.

Ό,τι διαφοροποιεί, ίσως, τους Έλληνες του Πόντου είναι πως εκείνοι διατηρούν, όπως το διαπιστώνει ο ποιητής, την ελπίδα πως υπάρχει ακόμη η δυνατότητα να διασωθούν οι Έλληνες και να γλιτώσουν από την μανία των Τούρκων. Μια μάταιη ελπίδα που αν συνδυαστεί με την εποχή σύνθεσης του ποιήματος (1921), του προσδίδει μια επιπλέον ιστορική διάσταση, εφόσον το συνδέει με τα τραγικά γεγονότα της πραγματοποιούμενης εκείνα τα χρόνια γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από τους Νεότουρκους. 

Ο Καβάφης επιλέγει -πιθανώς- το θρηνητικό ποντιακό άσμα, όχι τόσο για να αναφερθεί στην άλωση της Πόλης, αλλά για να στηλιτεύσει έμμεσα τους εκτοπισμούς των Ελλήνων από την περιοχή του Πόντου, και για να δηλώσει τον πόνο του για τις μαζικές σφαγές των εκεί Ελλήνων.

Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν’ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»

Τα νέα για την άλωση της Κωνσταντινούπολης φτάνουν στην Τραπεζούντα μ’ ένα μοιραίο πουλί, το οποίο έχει στη μια του φτερούγα ένα γράμμα∙ ένα χαρτί γραμμένο. Ένα μοιραίο πουλί που δεν σταματά το ταξίδι του μήτε σε κάποιο αμπέλι, μήτε στο περιβόλι, αλλά στη ρίζα ενός κυπαρισσιού, δημιουργώντας έτσι δυσοίωνες συσχετίσεις σχετικά με την είδηση που έχει φέρει. Οι αρχιερείς της πόλης δεν μπορούν ή καλύτερα δεν θέλουν να διαβάσουν το μήνυμα που έχει μόλις φτάσει, φοβούμενοι προφανώς πως πρόκειται για κάτι το πολύ δυσάρεστο. Ο γιος μιας χήρας είναι τελικά αυτός που θα πάρει το χαρτί στα χέρια του και θ’ αρχίσει να θρηνεί μόλις το διαβάσει.

Αμέσως, εκεί στη ρίζα του κυπαρισσιού το διαβάζει και κλαίει∙ αμέσως το διαβάζει και συνταράσσεται η καρδιά του. Αλί σ’ εμάς, αναφωνεί, ο νέος, αλίμονο σ’ εμάς, η Ρωμανία αλώθηκε.
Ας σημειωθεί πως με τη λέξη Ρωμανία δηλώνεται η Πόλη και κατ’ επέκταση η ανατολική Χριστιανοσύνη.
Με το ποίημα αυτό και με τις επιλογές από τα δημοτικά μας τραγούδια, ο Αλεξανδρινός ποιητής έρχεται να δηλώσει πως η οδύνη για την απώλεια της Πόλης υπήρξε κοινή και παρόμοιας έντασης για όλους τους Έλληνες, όπου κι αν βρίσκονταν αυτοί.

Από την Αίγυπτο μέχρι τον Πόντο κι από την κυρίως Ελλάδα μέχρι το πιο απομακρυσμένο σημείο του ελληνισμού, όλοι ένιωσαν τη σημασία αυτού του γεγονότος κι όλοι κατάλαβαν σε πόσο επώδυνη δοκιμασία θα έμπαινε ο ήδη πολλαπλά δοκιμασμένος ελληνισμός.

Τα δημοτικά τραγούδια που αξιοποίησε ο Κων. Καβάφης από τη συλλογή του Arnold Passow (Άρνολντ Πάσοβ)


CXCIV
ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


Πήραν την πόλι, πήραν την, πήραν τη Σαλονίκη,
Πήραν και την αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
Πούχε τρακόσια σήμαντρα κ’ εξήντα δυό καμπάναις∙
Κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Σιμά ναβγούν τα άγια κι’ ο βασιλιάς του κόσμου,
Φωνή τους ήρτ’ εξ ουρανού αγγέλων απ’ το στόμα∙
«Αφήτ’ αυτή την ψαλμωδιά, να χαμηλώσουν τ’ άγια∙
Και στείλτε λόγο στην Φραγκιά, νάρτουνε να τα πιάσουν,
Να πάρουν τον χρυσό σταυρό και τ’ άγιο το βαγγέλιο,
Και την αγία τράπεζα, να μην την αμολύνουν.» -
Σαν τ’ άκουσεν η Δέσποινα, δακρύζουν η εικόνες∙
«Σώπασε κυρά Δέσποινα, μην κλαίγης, μη δακρύζης∙
Πάλε με χρόνους, με καιρούς, πάλε δικά σας είναι.»

CXCV
Η ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


Σημαίν’ ο Θιός, σημαίν’ η γη, σημαίνουν τα πουράνια,
Σημαίνει κ’ η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
Με τετρακόσια σήμαντρα, μ’ εξήντα δυό καμπάναις,
Πώχει τριακόσιαις καλογριαίς και χίλιους καλογέρους∙
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης∙
Φωνή τους ήρτ’ από το Θιό κι’ απ’ την αγγέλου κρίσι∙
«Πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια∙
Πήραν την Πόλι, πήρανε, πήραν την Σαλονίκη,
Πήραν και την αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
Πήραν παιδιά ‘π’ το δάσκαλο, κοράσι’ απ’ το γκεργκέφι,
Πήρανε μανάδες με παιδιά, κυράδες με τους άντρες.» -

CXCVIII
ΤΡΑΠΕΖΟΥΣ


Την πόλιν όταν έκτιζεν ο Ζάπι Κωνσταντίνων,
Είχεν πορτάρους δίκλοπους κι’ αφέντας φοβετσάρους,
Είχεν και σκύλον μάρμαρον, που εδούνεν τα κλειδία.
...
Κ’ έναν πουλίν, καλόν πουλίν κι’ απέ την πόλιν έρται,
Και τ’ έναν το φτερούλν’ αθε στ’ αίμαν έτον βαμμένον,
Και στ’ άλλο το φτερούλν’ αθε χαρτίν περιγραμμένον,
Κι’ ουδέ στην άμπελον κόνευ’ μηδέ στο περιβόλι,
Επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρρέσ’ την ρίζαν.
Έρχονται χίλιοι πατριάρχ’ και μύριοι δεσποτάδες,
Κανείς ατό πάλ’ κι’ αναγνώθ’, κανείς ξάν κι’ αναγνώθει.
Χέρας υιός Γιανίκας έν’, ατός ατ’ αναγνώθει.
Σίτ’ αναγνώθ’, σίτ’ ανακλαίγ’, σίτ’ ανακρούγ’ τήν κάρδιαν∙
Ν’ αοιλλοί εμάς, νά βάι εμάς, η Ρωμανία πάρθεν,
Επάρθαν τά προπύλαια καί τά βασιλοσκάμνια,
Επάρθαν καί αι εκκλησιαίς κι’ όλα τα μοναστήρια,
Επάρθεν και Αγεσοφιά, το μέγαν μοναστήριν∙
Είχεν σαράντα καλογέρ’ς κ’ εξηνταπέντε διάκους∙
Είχεν δώδεκα σήμαντρα, δεκαοχτώ καμπάνας∙
Είχεν και την εγάπην μου στ’ έναν καφές κρυμμένην.
Τον κόσμον εδιαπάτεσα, την γην τροχόν εποίκα,
Κι’ αμόν εσέν το κοράσιον στην οικουμένην ‘κ εύρα∙
Τ’ ομμάτια σ’ κόφνε τόν πασάν, τ’ οφρύδια στον βεζύρην,
Κι’ ατό τό ματοχόσιαμαν σκοτόν’ εμέν κι’ άλλ’ έναν.

Άρνολντ Πάσοβ (Arnold Passow 1829 -1870

Ο Άρνολντ Τόμας Πάσο (Arnold Thomas Gottfried Passow,1829–1870) ήταν κλασικός φιλόλογος και παιδαγωγός, που έγινε κυρίως γνωστός ως εκδότης ελληνικών δημοτικών τραγουδιών.

Η συλλογή Τραγούδια ρωμαίικα = Popularia carmina Graeciae recentioris, η οποία κυκλοφόρησε το 1860 από το γνωστό εκδοτικό οίκο κλασικών κειμένων Teubner της Λειψίας, εκτός από τα δημοτικά τραγούδια που είχε συλλέξει ο Ούλριχς, περιείχε και τα άπαντα που είχαν εκδοθεί μέχρι τότε, στο ελληνικό πρωτότυπο. Λόγω της πληρότητάς της και του βοηθητικού υλικού που περιέχει στη λατινική γλώσσα, η έκδοση αυτή συνιστούσε για μακρό χρονικό διάστημα βασικό έργο αναφοράς ακόμη και στην Ελλάδα (βλ. Πολίτης 2011, σ. 257).

Το Ερωτικά Τραγούδια και Μοιρολόγια του Νεοελληνικού Λαού (Liebes- und Klagelieder des Neugriechischen Volkes, Magdeburg, 1861), περιέχει μια επιλογή από ποιήματα της παραπάνω συλλογής σε γερμανική μετάφραση.

Ο Πάσο εμφανίζεται στο εξώφυλλο ως μεταφραστής των τραγουδιών, αλλά από τον πρόλογο του εκδότη προκύπτει ότι η βασική του συμβολή περιοριζόταν κυρίως στην επεξεργασία και μετρική μετατροπή των μεταφράσεων, τις οποίες είχε πάρει από τα κατάλοιπα του Ούλριχς και άλλες, προηγούμενες, γερμανικές συλλογές.

Το ζήτημα του Πόντου

Δημοκρατία του Πόντου
Δημοκρατία του Πόντου

Πριν ακόμη υπογραφεί η ανακωχή στο Μούδρο, Πόντιοι πρόσφυγες στον Καύκασο και στην Ευρώπη άρχισαν να οργανώνονται και να συντονίζουν τις ενέργειές τους για την προβολή και προώθηση των εθνικών τους διεκδικήσεων.

Το Φεβρουάριο του 1918, σε ένα πρώτο συνέδριό τους στη Μασσαλία, όπου πρωτοστάτησε ο Μ. Κωνσταντινίδης, καθώς και σε ένα δεύτερο στο Βατούμ, τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, οι αντιπρόσωποι των διαφόρων ποντιακών οργανώσεων εξέφραζαν το εθνικό τους αίτημα για τη δημιουργία ανεξάρτητου Ποντιακού κράτους. 

Λίγους μήνες αργότερα, πάλι στη Μασσαλία, εξετάστηκε για πρώτη φορά η προοπτική ιδρύσεως ενός Ποντοαρμενικού κράτους (Νοέμβριος 1918) και εκλέχτηκε πενταμελής επιτροπή που, με την υποστήριξη όπως ήλπιζε της ελληνικής διπλωματικής αντιπροσωπείας, θα προωθούσε τις ποντιακές διεκδικήσεις στο Συνέδριο της Ειρήνης.

Οι απόψεις όμως του Βενιζέλου σχετικά με το ποντιακό ζήτημα, που σχηματίστηκαν με βάση τις εκθέσεις του ειδικού στρατιωτικού εκπροσώπου του στον Πόντο συνταγματάρχη Καθενιώτη, όπως ο Έλληνας πρωθυπουργός τις εξέφρασε και σε δηλώσεις του προς τον τύπο τον Ιανουάριο του 1919, έτειναν προς τη λύση συνεργασίας του ελληνικού και αρμενικού στοιχείου σε ένα αρμενικό κράτος. Σ’ αυτή τη λύση προσανατολίζονταν και Ελληνοαρμενικοί κύκλοι στην Κωνσταντινούπολη, συγκεκριμένα το Αρμενικό Πατριαρχείο, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και το Ελληνικό Συμβούλιο. 

Αντίθετα τα αιτήματα των Ποντίων για ανεξάρτητο κράτος και ακόμη περισσότερο για ένωση με την Ελλάδα κρίνονταν από το Βενιζέλο τουλάχιστον ως ουτοπικά. Οι δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων των ποντιακών οργανώσεων, που με διαβήματά τους προς τους αντιπροσώπους των Δυνάμεων στο Παρίσι επέμεναν στην ένωση του Πόντου με την Ελλάδα.

Στις 22 Ιανουαρίου/4 Φεβρουαρίου, αναπτύσσοντας ο Βενιζέλος στο Ανώτατο Συμβούλιο τις ελληνικές διεκδικήσεις, εξέφρασε την αντίθεσή του για τη δημιουργία Ποντιακής Δημοκρατίας και υποστήριξε την ένταξη της Τραπεζούντας στο Αρμενικό κράτος. Η υποχωρητικότητα του Έλληνα πρωθυπουργού σε αίτημα, που είχε ελάχιστες πιθανότητες να γίνει δεκτό, αποσκοπούσε στην αποτελεσματικότερη προβολή των υπόλοιπων εθνικών διεκδικήσεων. 

Όπως ήταν φυσικό όμως προκάλεσε και πάλι αντιδράσεις των Ποντίων, που στην Κωνσταντινούπολη εκδηλώθηκαν με την υποβολή υπομνημάτων προς τους αρμοστές των Δυνάμεων, στα οποία επαναλάμβαναν το αίτημα της ενώσεως με την Ελλάδα ή τουλάχιστον της δημιουργίας «Ελληνικής Δημοκρατίας του Πόντου». Εξάλλου, ένα νέο ποντιακό συμβούλιο στο Βατούμ ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση να στείλει στρατεύματα για να καταλάβει τον Πόντο (τέλη Φεβρουαρίου 1919).

Η συμμετοχή της Ελλάδος στην εκστρατεία της Ουκρανίας ανάγκασε το Βενιζέλο να αναθεωρήσει κάπως την ποντιακή του πολιτική: χιλιάδες Έλληνες της νότιας Ρωσίας, που διώκονταν από το νέο ρωσικό καθεστώς, κατέφευγαν στον Πόντο, ενισχύοντας αριθμητικά τον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής.

Από τον Απρίλιο του 1919 η εκπροσώπηση των ποντιακών διεκδικήσεων ανατίθεται στο μητροπολίτη Χρύσανθο, που πείθεται να υιοθετήσει τη συμβιβαστική άποψη του Βενιζέλου για ομοσπονδιακό Αρμενικό κράτος, όπου θα ίσχυε για τους Έλληνες καθεστώς αυτονομίας. Στις επαφές του με τους ιθύνοντες του Συνεδρίου ο μητροπολίτης συνάντησε ευνοϊκή αποδοχή των απόψεών του. Ο Ουίλσον, ο Κλεμανσώ και ο Ταρντιέ έδειξαν διατεθειμένοι να υποστηρίξουν τις προτάσεις του, που αντίθετα προκάλεσαν την αντίδραση τόσο των Αρμενίων όσο και των Ελλήνων του Πόντου.

Την 1/4 Μαΐου 1919 οι εκπρόσωποι των Ποντίων στο Παρίσι με υπόμνημά τους στη Συνδιάσκεψη επιμένουν στη δημιουργία ανεξάρτητης Ποντιακής δημοκρατίας κάτω από την ελληνική προστασία ή με εντολή (mandat) των ΗΠΑ. Αλλά τα αλλεπάλληλα αντιφατικά διαβήματα των ενδιαφερομένων μερών εξάντλησαν την υπομονή των Συνέδρων και είχαν αρνητικές επιπτώσεις στην ποντιακή υπόθεση. Ο Βρετανός αρμόδιος Forbes Adam, που μελέτησε τις προτάσεις του Χρύσανθου, αποφάνθηκε ότι η δημιουργία αυτόνομου κράτους στον Πόντο θα εγκαινίαζε νέα σειρά ποντιακών αξιώσεων για ένωση με την Ελλάδα και επικίνδυνο προηγούμενο για ανάλογες διεκδικήσεις των υπολοίπων μειονοτήτων της Αρμενίας.

Από τον Απρίλιο του 1919 οι Πόντιοι προσανατολίζονται στη δημιουργία εθνικού στρατού για την απόκτηση της ανεξαρτησίας τους. Παράλληλα ο Χρύσανθος, επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη το Σεπτέμβριο του 1919, συζητεί με Τούρκους ιθύνοντες και αντιπροσώπους του Κεμάλ την προοπτική αυτονομίας του Πόντου με ισοπολιτεία Τούρκων και Ελλήνων υπό την κηδεμονία της Κοινωνίας των Εθνών.

Τελικά όμως προκρίθηκε η λύση Ποντοαρμενικής ομοσπονδίας και τον Ιανουάριο του 1920 υπογράφηκε σχετική συμφωνία από το μητροπολίτη Χρύσανθο και τον πρόεδρο της Αρμενικής Δημοκρατίας Χατισιάν. Συμφωνήθηκε ακόμη στρατιωτική συνεργασία Ελλάδος και Αρμενίας για την προστασία του Πόντου από τουρκικά στρατεύματα. Η άρνηση των Άγγλων να επιτρέψουν την εφαρμογή του στρατιωτικού μέρους της συμφωνίας και τη συγκρότηση εθνικών ποντιακών ταγμάτων συνετέλεσε στην ήττα των Αρμενίων στο Ερζερούμ, στη συνθηκολόγησή τους με τον Κεμάλ (Δεκέμβριος 1920) και στην εγκατάλειψη του ποντιακού πληθυσμού στο έλεος των τουρκικών στρατευμάτων.

Τα τραγούδια του Πόντου και ο… Κωνσταντίνος Καβάφης


Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, κόστισε 353.000 καταγεγραμμένα θύματα και το ξερίζωμα, μετά από 2.800 χρόνια, του πιο αρχαίου, ίσως, τμήματος του μικρασιατικού ελληνισμού. Η άρνηση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από τους εθνομηδενιστές ιστορικούς και πολιτικούς καθίσταται ακόμα πιο σκανδαλώδης καθώς οι Έλληνες Πόντιοι αποτελούν σήμερα το κομμάτι του ελληνισμού με την ισχυρότερη εθνική συνείδηση. Κι’ αυτό είναι συνδεδεμένο με μια σειρά από λόγους. 

Κατ’ αρχάς το γεγονός ότι ο ποντιακός ελληνισμός είχε πάντα μια ισχυρή συνοχή εξαιτίας της γεωγραφίας και της ιστορίας του. Και κατά δεύτερο λόγο διότι κατά τον 20ό αιώνα βίωσε μια κυριολεκτική οδύσσεια.

Αρχικώς τη Γενοκτονία από τους κεμαλιστές, το διωγμό από τη Μικρά Ασία και την εγκατάσταση ενός μεγάλου αριθμού στη Μακεδονία, όπου θα ακολουθήσει στην Κατοχή η σύγκρουση με τους Βουλγάρους.

Στη νότια Ρωσία την ίδια στιγμή θα γνωρίσουν τους διωγμούς του Στάλιν και τον εκτοπισμό τους στην κεντρική Ασία, από όπου θα επιστρέψουν επί Χρουστσόφ.

Τέλος θα γνωρίσουν μια νέα προσφυγιά μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, με την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Αυτοί οι διωγμοί και οι αγώνες σφυρηλάτησαν ένα πρωτοφανές αντιστασιακό ήθος πάνω σε μια ήδη πολύ ισχυρή εθνική ταυτότητα.
Καθόλου τυχαία δε, οι Πόντιοι πρωτοστάτησαν, σε μεγάλο βαθμό, στις πρόσφατες κινητοποιήσεις ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών.
Έκφραση αυτής της ισχυρής ταυτότητας αποτελεί η ποντιακή κουλτούρα, και προπαντός οι χοροί και τα τραγούδια του Πόντου. Εδώ λοιπόν, ως έναν ελάχιστο φόρο τιμής στη Γενοκτονία των Ποντίων, θα αναφερθώ –συνοπτικά εξ ανάγκης– στο δημοτικό τραγούδι του Πόντου, που αποτυπώνει ανάγλυφα αυτό το ιδιαίτερο αντιστασιακό ήθος.

Τα ιστορικά τραγούδια, τα οποία πρωτοπαρουσιάζονται κατά τον 13ο αιώνα, σηματοδοτούν, όπως τονίζει και ο Γκυ Σωνιέ, την εμφάνιση μιας συνειδητής αντίδρασης στα ιστορικά γεγονότα, που δεν παρατηρείται στα παλαιότερα ακριτικά τραγούδια και τις παραλογές· παρότι τα δεινά των Ελλήνων δεν είναι καινούργια, είναι καινούργια η συνείδηση που εκφράζεται μέσα από αυτά.[1] Και αυτή η αύξουσα εθνική συνειδητοποίηση επιβεβαιώνεται σε όλα τα ιστορικά τραγούδια, από την πρώτη εμφάνισή τους. Στους ποντιακούς θρήνους για την Άλωση της Πόλης και της Τραπεζούντας διαβάζουμε:

Σκοτώθκαν δράκοι Έλλενοι και μύριοι μυριάδες […]
Αϊλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η αφεντία!
Ντ’ εποίκαμε σε, νε Θεέ ’ς τα αίματα βαμμένοι; […]
Τα γαίματα μ’ ετύφλωσαν των δράκων των Ελλένων…[2]

Επιπλέον, σε ένα από τα ποντιακά τραγούδια καταγράφεται μια αντιπαράθεση ανάμεσα στον θετικό ήρωα, τον «Έλλεν Κωνσταντίνον», και τους «Ρωμαίους αφεντάδες» που δεν έκριναν δίκαια και παρέδωσαν τα κλειδιά στους εχθρούς. Οι Ρωμαίοι αποκτούν εδώ, ίσως για πρώτη φορά, από όσο γνωρίζω τουλάχιστον, μια αρνητική σημασιοδότηση – βρισκόμαστε ήδη μπροστά σε μια νέου τύπου συνείδηση.

Την Πόλην όνταν ώριζεν ο Έλλεν Κωσταντίνον
είχεν πορτάρους δίκλωπους, αφέντους φοβετζάρους
Εκείνος είχε σύνοδον Ρωμαίους δωδεκάραν
εκείνος είχε μεκχεμέν [κριτές] Ρωμαίους αφεντάδες
Εκείν’ ’κ’ εκρίνναν δίκαια, εδώκαν τα κλειδία…

Οι Έλλενοι, αντίθετα, προσλαμβάνουν πάντοτε θετική σημασιοδότηση. Επειδή δε, συχνά, η λέξη παραπέμπει σε έναν μυθικό ήρωα, ορισμένοι προσπάθησαν να τους ταυτίσουν με τους αρχαίους Έλληνες αποκλειστικά, μεταβάλλοντας την αναπομπή στους Έλλενους σε αναφορά μυθολογικού χαρακτήρα. Όμως, όπως καταδεικνύεται από τις αναρίθμητες αναφορές στους σύγχρονους Έλληνες, και την υποκατάσταση του ίδιου του Ακρίτα από τον «Έλλενο», δεν πρόκειται για μυθολογικού χαρακτήρα αναφορά αλλά για μια αναφορά που ενέχει χαρακτήρα εθνικής συνέχειας: Αρχαίος Έλληνας, Ακρίτας, σύγχρονος Έλληνας.

Έλλενος-οι, εξάλλου, δεν είναι μόνον ο Κωνσταντίνος ως εμβληματική φυσιογνωμία, αλλά και οι ίδιοι οι αγωνιζόμενοι Πόντιοι = Έλληνες. Εδώ, στο τραγούδι που ακολουθεί, η μάνα του νέου από την Τραπεζούντα προστάζει τον γιο της να πάρει τα όπλα και να παλέψει ενάντια στους Τούρκους:

–Έπαρ’ υιέ μ’ την σπάθην σου, τ’ Ελλένικον κοντάρι σ’
δέβ’ ατουνούς, σκόρπισον ατ’ς σαν άνεμος τα φύλλα.

–Χίλιους έκοψα την πιρνήν, χίλιους το μεσημέριν,
μα ο Θος έστεσεν την βροχήν και βρέχει Τουρκοπούλεα,
ο Θεός έστεσεν την βροντήν, βροντούν τα εγκλησίας.

– Ντ’ εποίκαμεν σε νε Θεέ, ’ς σο αίμαν βουτεμένοι!
Σεράντα χρόνια χτίσκουνταν του Έλλενου το κάστρον
κι ατώρα να χαλάεται με το βαρύν την σπάθην!
Εκεί πουλλία κελαηδούν με φλιβερόν λαλίαν,
εκεί Έλλενοι απέθεναν, μύρεα παλληκάρεα!

Και αυτή η διαχρονική ελληνική ταυτότητα, στον καινούργιο αναβαθμό της, συνοδεύεται από ένα ακόμα νεωτερικό στοιχείο, πανελλήνιου χαρακτήρα, την αγανάκτηση ενάντια στον ίδιο τον Θεό που επιτρέπει την «αδικία» και στέλνει «Τουρκοπούλεα» στους πιστούς του.

Γενικότερα, «τα πρώτα ιστορικά τραγούδια έχουν πένθιμο χαρακτήρα και είναι αφιερωμένα σε διάφορα δεινά που υπέστη ο Ελληνισμός», ενώ είναι συχνή η χρήση εικόνων και εκφράσεων κοινών με τα μοιρολόγια[3] – οι Έλληνες δεν μπορούν να «χωνέψουν» ακόμα ότι μεταβλήθηκαν από έθνος ισχυρό, οικουμενικών διαστάσεων, σε έθνος υπό κατοχή και διωγμό. 

Το πρώτο, χρονολογικά, ιστορικό τραγούδι (ΑΑ 121-122) –και πάλι ποντιακό, αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Γαβρά που έδρασε στον Πόντο τον 12ο αι. (1118-1140)– αρχίζει ως εξής:

Εμέν ’κί πρέπ’ να τραβωδώ, μοιρολογώ κ’ εσ’ άκσον.

Στα ποντιακά τραγούδια, κατεξοχήν, διακρίνουμε μια κυριολεκτική λατρεία για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ως ταυτοτική μορφή του ελληνισμού, που προσλαμβάνει τις διαστάσεις ενός Διγενή με σάρκα και οστά· από τα τραγούδια του Ακριτικού Κύκλου, εξάλλου, έλκουν την προέλευσή τους και πολλοί στίχοι των ιστορικών τραγουδιών, και όχι μόνο του Πόντου:

…ο Βασιλεάς ο Βασιλεάς, παργοριάν ’κί παίρνε.
Επαίρεν τ’ ελαφρόν σπαθίν, τ’ Ελλενικόν κοντάριν
Τσοι Τούρκους κρούγνε ’ς σο σπαθίν,
Τσοι Τούρκους ’ς σο κοντάριν,
τριακόσιους Τούρκους έκοψεν και δεκατρείς πασάδες,…

Εξάλλου η περιοχή στην οποία πιθανότατα έχουν διασωθεί τα περισσότερα τραγούδια για την Άλωση είναι στον Πόντο. Κι αυτό αφενός διότι η Τραπεζούντα κατελήφθη από τους Τούρκους μετά τη Βασιλεύουσα, αφετέρου διότι διατηρούνταν ακέραιη η αρχέγονη διαχρονική συνείδηση του ελληνισμού, εξαιτίας και της γεωγραφικής απομόνωσης της περιοχής. Και πάντως τα ποντιακά τραγούδια είναι από τα ωραιότερα, όπως θα παραδεχτεί και ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Διαβάζουμε:

Έναν πουλίν, καλόν πουλίν έβγαιν’ από την Πόλιν
ουδέ στ’ αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν και ’ς σου Ηλί’ τον κάστρον.[4]
Εσείξεν τ’ έναν το φτερόν ’ς σο αίμαν βουτεμένον,
εσείξεν τ’ άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς ’κ’ ανέγνωσεν, ουδ’ ο μητροπολίτης·
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ’ αναγνώθ’ σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
«Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!»
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
–Μη κλαίς, μη κλαις Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
–Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία ’πάρθεν.
–Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

Ο εντυπωσιακός όντως αριθμός των τραγουδιών των σχετικών με την «Άλωση», και οι συνταρακτικές περιγραφές του γεγονότος και των συνεπειών του, καταδεικνύει πως αποτέλεσε μια ιστορική τομή μεγάλης κλίμακας για τη λαϊκή συνείδηση. Ο ελληνικός λαός βίωσε την κατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Οθωμανούς ως τη διάρρηξη της κρατικής εθνικής συνέχειας του «εθνοκεντρικού» ύστερου βυζαντιακού ελληνισμού: Η Άλωση της Πόλης δεν αποτελούσε την «έναρξη» μιας εθνογένεσης, όπως πίστεψαν πολλοί στο παρελθόν, αλλά ένα βαθύ, ανεπανόρθωτο πλήγμα σε μια ήδη εδραιωμένη εθνική συνείδηση.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, το 1921, μάλλον τον Μάρτιο, έγραψε το ποίημα «Πάρθεν», εμπνευσμένο από το δημοτικό τραγούδι και κατεξοχήν εκείνο του Πόντου, που συμβόλιζε γι’ αυτόν πιο ριζικά, πιο αυθεντικά, τον «καημό της ρωμιοσύνης». Το 1921, σε μια στιγμή που πίστεψε ίσως πως η ιστορία είχε ολοκληρώσει τον κύκλο της αδικιάς:

Πάρθεν... [5]

Γιώργος Καραμπελιάς
συγγραφέας και πολιτικός αναλυτής
____

Υ.Γ.: Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Γ. Καραμπελιάς, Το δημοτικό τραγούδι, αποτύπωση της ιδιοπροσωπίας του νεώτερου ελληνισμού.
1. G. Saunier, «Οι αρχές του ιστορικού τραγουδιού και η εθνική συνείδηση», στο Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, σ. 250-253.
2. Δράκοι = ανδρείοι, αφεντία = το κράτος, εποίκαμε = εκάμαμε.
3. Saunier, «Οι αρχές του ιστορικού…», ό.π., σ. 252.
4. Σε άλλη παραλλαγή αναφέρει «στου κυρ Δαβίδ τον οίκον», δηλ. του Δαβίδ Κομνηνού, στην Τραπεζούντα.
5. Κ.Π. Καβάφη, Ανέκδοτα Ποιήματα (1882-1923), φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 1982, σ. 183-185.

Βιβλιογραφία

• Πρόλογος: Σοφία Ντρέκου για την Αέναη επΑνάσταση
• Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: Πάρθεν. Εγράφη Μάρτιον 1921, εν έτος προ της καταστροφής της Σμύρνης και του Ελληνισμού του Πόντου. Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923
• Η συνομιλία του Κ. Καβάφη με το ποντιακό δημοτικό τραγούδι «Πάρθεν η Ρωμανία»
• Ο Καβάφης και δημοτικό τραγούδι, www.avgi.gr
• Ανάλυση του ποιήματος: Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Κωνσταντίνου Μάντη » https://latistor.blogspot.com
• Τα ποιήματα από www.onassis.org επίσημος δικτυακός τόπος του αρχείου Καβάφη
• Άρνολντ Τόμας Πάσο (Arnold Thomas Gottfried Passow,1829–1870) 29.12.1829, Berlin — 12.11.1870, Wiesbaden PhilologeSchulleiterÜbersetzer. Μετάφραση από τα γερμανικά: Αντώνης Οικονόμου.

Έργα
Τραγούδια ρωμαίικα. Popularia carmina Graeciae recentioris:
Ναναρίσματα
Ο Ξένος (πρβ. δημοτικό άσμα «Ξενιτεμένο μου πουλί»)

Βιβλιογραφία
• Volkslieder, Liebes- und Klagelieder des neugriechischen Volkes, Hrsg. Arnold Passow, Übers. Arnold Passow, Creutz, Magdeburg 1861.
• Passow Arnold (Hrsg.), Τραγούδια ρωμαίικα = Popularia carmina Graeciae recentioris, In Aedibus B. G. Teubneri, Lipsiae 1860.
• Πολίτης Αλέξης, «Η δεύτερη ζωή των δημοτικών τραγουδιών», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011, S. 233–262.

• Το ζήτημα του Πόντου: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ, Εκδοτική Αθηνών]
• Το οπτικοακουστικό υλικό (Βίντεο) από www.YouTube, εταιρεία της Google




FaceBook Σχόλια: 

Konstantinos Konstantinidis 29 Μαΐου 2016Οφείλουμε ιδιαίτερη αναγνώριση στην Σοφία Ντρέκου για όσα μας προσφέρει!!!!!

Στυλιανός Ματθαίου: Η Σοφία, είναι σαν την αέναη πηγή, με το κρυστάλλινο νερό, που δροσίζει, ξεδιψάει, ποτίζει......Να την χαιρόμαστε, σαν δώρο Θεού στη Ομάδα.......!

Σοφία Ντρέκου 28 Μαΐου 2015 στις 10:27 π.μ.

Κ. Καβάφης: Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες - Ανάλυση

Greek forces on the move – Η υποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων το 1922.
Οι Έλληνες στρατιώτες υποχωρούν στα τελευταία στάδια της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες - Ο Κ. Καβάφης με παραλληλισμό στη Σμύρνη 1922 και τα μοιραία λάθη της ηγεσίας

Ο Καβάφης Στα 200 π.Χ. Εν μεγάλη Ελληνική αποικία (ανάλυση) για το Έτος Καβάφη


2013 Έτος Καβάφη

της Σοφίας Ντρέκου (Sophia Drekou)

Για την Ελληνική αποικία του 2013 μ.Χ.
για το Έτος Καβάφη, της Σοφίας Ντρέκου

Οι ποιητικές εκδοχές της ζωής, μάς βοηθούν να αντέξουμε την πραγματικότητα» είχε πει ο αείμνηστος Θόδωρος Αγγελόπουλος. Πράγματι, τις δύσκολες ώρες που περνάμε, η Τέχνη μπορεί να είναι παρηγορητική και να ασκεί «παραμυθίαν». Όχι όμως με την απλή έννοια του κατευνασμού και της επούλωσης, αλλά με αυτήν της δυνατότητας ερμηνείας των γεγονότων και της αφύπνισης. Γιατί, κατά μία σωστή άποψη, η Τέχνη είναι ο σεισμογράφος της ζωής. Δεν καταγράφει απλά, αλλά και προειδοποιεί. Στην ουσία της ασκεί ρόλο παιδευτικό, «ψυχαγωγικό» με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, καθοδηγεί (όπως και η αλήθεια) με τον δικό της τρόπο τις συνειδήσεις και τις ψυχές μας.

Το 2013, ανακηρύχθηκε Έτος Καβάφη καθώς συμπληρώνονται 150 χρόνια από τη γέννησή του και 80 χρόνια από τον θάνατό του. Με αφορμή την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε το περασμένο Σάββατο στον κήπο του αρχοντικού Μπότσαρη, παραθέτω ολόκληρο, για ευνόητους λόγους, ένα συγκλονιστικό του ποίημα (γραμμένο το 1928), τόσο διαχρονικό, τόσο προφητικό και επίκαιρο. Με τη γνωστή του σαρκαστική ειρωνεία και τίτλο: «Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200π.Χ.», αποδίδει με μοναδική ακρίβεια τα όσα συμβαίνουν και στη μεγάλη Ελληνική αποικία,2013 μ.Χ.
  • Μιλάμε λοιπόν για την Μεγάλη Ελληνική Αποικία. Μην ξεχνάμε πως ο Κ.Π.Καβάφης δεν έζησε ποτέ μόνιμα στην Ελλάδα αλλά πάντοτε παρατηρούσε τα τεκταινόμενα από μια τρίτη, αντικειμενική σκοπιά, στην Αλεξάνδρεια, γνωστή ελληνική παροικία στις αιγυπτιακές ακτές η οποία ανθούσε στην εποχή του με Έλληνες εμπόρους και βιομηχάνους.
Το κείμενο ανήκει στην συλλογή Ποιήματα 1897-1933. Μια εποχή πολιτικών αλλαγών. Ο ατιμωτικός ελληνοτουρκικός πόλεμος έχει παρέλθει με επώδυνες συνέπειες για την Ελλάδα. Ο εκβιομηχανισμός και οι μεταρρυθμίσεις του Χαρίλαου Τρικούπη στην αναιμική ελληνική οικονομία οδήγησαν στην πτώχευση και στην Ελλάδα επιβάλλεται Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος ο οποίος εκμηδενίζει ολοκληρωτικά την ελληνική πολιτική ζωή (που στάθηκε ανίκανη να αποτρέψει την Πτώχευση). Οι μεταρρυθμίσεις ξεκινούν και επώδυνα αντι-λαϊκά μέτρα έρχονται να επιβληθούν.

Ας δούμε τα πράγματα λίγο συγκριτικά. Οι ομοιότητες είναι προφανείς: σήμερα, σχεδόν 100 χρόνια μετά, βιώνουμε κρίση. Η λαϊκίστικη πολιτική των πολιτικών ταγών, η σπάταλη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, η άμετρη χρηματοδότηση πολεμικών εφοδίων και η ασύστολη διαφθορά οδηγούν σε δημοσιονομικά ελλείμματα πολύ μεγάλα για να τα σηκώσουν οι κρατικοί ώμοι. Ζητάμε ενίσχυση από διεθνή φορέα (το Δ.Ν.Τ.) γιατί όπως επισημαίνει και η ιστορικός Λένα Διβάνη, «Οι ξένοι μπαίνουν στο σπίτι σου μόνο αν τους ανοίξεις την πόρτα» και εκείνοι μας την παρέχουν αβλεπί. Όχι όμως και άνευ ανταλλάγματος: εκχώρηση της – ήδη περιορισμένης – εθνικής κυριαρχίας, αυστηρό πρόγραμμα λιτότητας, βάρβαρα και ανισοβαρή μέτρα, εκκαθάριση του μικρομεσαίου κεφαλαίου και εξώθηση της κοινωνίας προς τα άκρα: οι πτωχοί πτωχεύουν περισσότερο και οι ικανοί καπηλεύονται την Κρίση προς όφελός τους. 

Όσοι θεωρούν ότι η Ιστορία ποτέ δεν επαναλαμβάνεται θα διαφωνήσουν. Και έχουν απόλυτο δίκιο. Οι ιστορικές συγκυρίες, τα παραγωγικά αίτια και η κοινωνικοοικονομική διάρθρωση της Ελλάδας του τότε διαφέρει αρκετά από εκείνην του τώρα. Αυτό όμως δεν μας αποτρέπει από το να κάνουμε ορισμένους παραλληλισμούς. Σε αυτό το κλίμα λοιπόν, ο Καβάφης συνθέτει ένα κείμενο ποιητικό.

Πρόκειται για ένα από τα λεγόμενα «ψευδοϊστορικά» του ποιήματα, δεδομένου ότι αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα και αναφορές που ποτέ δεν υπήρξαν, αλλά με την ίδια την χρήση των πλαστών στοιχείων προσπαθεί να περάσει ένα μήνυμα. 

Βρισκόμαστε στο 200 π.Χ. Η Αρχαία Ελλάδα όπως την γνωρίζαμε έχει εκπνεύσει, και αυτό φαίνεται στην παρακμή και την ύφεση που έχει απλωθεί στην Μεγάλη Ελληνική Αποικία. Περιμένουμε σε λίγα χρόνια να απλωθεί στα πέρατα της Οικουμένης η πιο λαμπρή και σπουδαία αυτοκρατορία που υπήρξε έως τότε, η ρωμαϊκή. Υπό αυτό το πρίσμα, η λήψη σπασμωδικών μέτρων και μεταρρυθμίσεων φαίνεται σχεδόν ανώφελη, γεγονός που δημιουργεί μια τραγική ειρωνεία. Την ειρωνεία δε αυτή, προσπαθεί να την επιτείνει. 

Σε αντίθεση με τον Παλαμά, που περίπου την ίδια περίοδο καυτηριάζει την πολιτική σήψη των καιρών με τα Σατυρικά Γυμνάσματά του, με τόνο οργισμένο και οξύ, ο Καβάφης είναι μεν πιο νηφάλιος, αλλά περισσότερος περιπαικτικός. Με ψυχραιμία και με νηφαλιότητα, ειρωνεύεται την πολιτική αναδιαμόρφωσης που ακολουθείται και προτείνει σύνεση και υπομονή. 

Σήμερα λοιπόν, σ’ αυτές τις στενωπούς που ζούμε, ας ακούσουμε την γέρικη σοφή φωνή του Αλεξανδρινού: «Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία. Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.» Μια μεταμέλεια που θα αντηχεί εις το εξής συχνά στην ζωή του τόπου. Ας εκμεταλλευτούμε ό,τι μας έχει απομείνει από την τόσην δεινότηταν την χειρουργικήν, και ας προσπαθήσουμε και πάλι, «να τραβούμ’ εμπρός».


Ο Καβάφης στο υπόγειο του μεγάρου Μαξίμου
λόγω αφιερώματος του Έτους Κ. Καβάφη το 2013
Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ. - Κ.Π. Καβάφης

Το Ίδρυμα Ωνάση απέκτησε την κυριότητα του αρχείου του Κωνσταντίνου Καβάφη και αποφάσισε να βγάλει 'βόλτα' τον μεγάλο ποιητή στους δρόμους της πόλης. Ο αλεξανδρινός ποιητής 'κυκλοφορεί' από σήμερα με λεωφορεία, τραίνα, τραμ και μετρό στην Αθήνα, σε μια συνομιλία με τους κατοίκους της πρωτεύουσας. Με αυτόν τον τρόπο, το Ίδρυμα αποτίνει φόρο τιμής στον Καβάφη και παρουσιάζει το αρχείο του.

Το κάλεσμα του Αρχείου Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση είναι σαφές: Αν συναντήσετε κάπου τον Καβάφη, συνομιλήστε μαζί του. Η ποίησή του σάς ανήκει. Για όσους νιώθουν 'ξένοι', όσους θέλουν 'να τραβήξουν μπροστά', για όσους 'σήμερα δεν έχουν κεφάλι για δουλειά' και που «εδώ που έφτασαν, λίγο δεν είναι», ο Κ. Π. Καβάφης καθρεφτίζει τη σκέψη τους.

Το δημιουργικό υπογράφουν οι βραβευμένοι Beetroot, ανατρέποντας τα δεδομένα, δίνοντας μια ποπ νότα στην εικόνα του ποιητή και κάνοντας τους στίχους οικείους και προσιτούς».

Έτσι περιγράφεται, σε ημερήσια εφημερίδα, η κιτς αθλιότητα που έχει γεμίσει εσχάτως την αθηναϊκή καθημερινότητά μας. Όμως, μέσα από την αφέλεια της περιγραφής, λέγεται όλη η αλήθεια, για τα 9 αποσπάσματα στίχων του Καβάφη που διακοσμούν τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς.

Γνωρίζουμε βέβαια ότι ο Καβάφης είναι επιγραμματικός, και θα μπορούσε ίσως κάποιος καλοπροαίρετος να συγχωρήσει τον τεμαχισμό ενός στίχου του, έξω από κάθε συμφραζόμενο του ποιήματος, έξω από κάθε συμφραζόμενο Λόγου. Ίσως, ακόμα, θα μπορούσε κανείς να ανεχθεί και την εικόνα ενός καβαφικού στίχου πάνω από τη ζέουσα εξάτμιση ενός λεωφορείου. Έστω κι αν ποιητής δεν ήταν διαφημιστής, ώστε να κατασκευάζει σλόγκαν, αλλά, αντίθετα, είναι μαιτρ του υπαινιγμού.

Γνωρίζουμε επίσης ότι η ποίησή του έχει μια διδακτικότητα, και πως αυτή είναι η κυριότερη αδυναμία της (κυρίως των όποιων αδύναμων ποιημάτων του). Αλλά, και πάλι, κάποιος ιδιαίτερα καλοπροαίρετος θα μπορούσε ίσως να ανεχθεί και τούτη την εικόνα του Καβάφη, ο οποίος τους επόμενους μήνες θα περιφέρεται στους αθηναϊκούς δρόμους, ως βλαχοδήμαρχος σκεπτόμενος ενδόμυχα:

«Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι». Ή ψελλίζοντας το success story του Σαμαρά: «Και τέλος πάντων, νά, τραβούμ' εμπρός». Ή μονολογώντας σαν αργόμισθος υπάλληλος (διορισθείς υπό Πάγκαλου): «σήμερα δεν έχω κεφάλι για δουλειά».


Ναι, πρόκειται για μερικές από τις 9 καβαφικές φράσεις
που αναρτήθηκαν ως σλόγκαν στα Μέσα Μεταφοράς.

Υπάρχει όμως και η απόλυτη ιδεολογική χρήση του Καβάφη, στην ακόλουθη φράση-σλόγκαν: «Είν' επικίνδυνον πράγμα η βία». Εδώ, είναι να απορείς, αν το συγκεκριμένο ημιστίχιο επελέγη, ή τέλος πάντων ενεκρίθη από τον φιλολογικό σύμβουλο του Ιδρύματος (γνωρίζετε ποιος είναι; και πόσα παίρνει;), και όχι από το υπόγειο του Μαξίμου, δηλαδή από τον κ. Μπαλτάκο ή τον κ. Χρύσανθο Λαζαρίδη.

Γιατί η «βία» στο ποίημα δεν έχει την προφανή σημασία τής βίας, δηλαδή αυτή τη σημασία που όλοι οι Αθηναίοι πολίτες θα εισπράξουν ως προτροπή του Καβάφη, ώστε να ενοχοποιήσουν κάθε σκέψη αντίδρασής τους απέναντι στη ζοφερή πραγματικότητα που ζούμε. Αντίθετα, στο ποίημα του Καβάφη, η «βία» έχει έκδηλα την έννοια της βιασύνης:


Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός
Να μη βιαζόμεθα;;; είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.

Πρόκειται δε για μια εξόχως ειρωνική αποστροφή. Στο ποίημα αυτό, ο Καβάφης ειρωνεύεται σκληρά, μέχρι πτώσεως, τη μακαριότητα, την αναβλητικότητα, τη μοιρολατρία, εν τέλει την υποταγή, των υπηκόων της «Αποικίας». Ειρωνεύεται όσους, επειδή δεν θέλουν να πάρουν δήθεν βιαστικές αποφάσεις, δεν πράττουν τίποτα.

Μα σε αυτό το ποίημα ο Καβάφης μιλά και για τους «μεταρρυθμιστές»:

κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτηση να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.
Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
[...] Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε∙
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.
Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική...

Συμπέρασμα; 

Ας ανατρέξουμε στην αρχή τού εν λόγω ποιήματος:

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν
στην Αποικία δεν μέν' η ελάχιστη αμφιβολία...

Ας δούμε αναλυτικά το ποίημα γραμμένο από τον Κ.Π.
Καβάφη το 1928 Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.X.

sta-200-pch
Τεκμήριο: Χειρόγραφο του ποιήματος Κ. Π. Καβάφη
«Στα 200 π.Χ.». Αρχείο Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση

Σας φαίνεται επίκαιρο, γραμμένο για την εποχή μας; Πέρα ως πέρα αληθινό ίσως; Σε μια εποχή όπου η τηλεόραση και τα περιοδικά lifestyle έχουν πολτοποιήσει τις συνειδήσεις μας και οι λογοτέχνες κι οι ποιητές χάθηκαν σε εξεζητημένες φόρμες και ιδέες, ο Αλεξανδρινός ποιητής ξυπνά και θέτει εκ νέου, με τον πιο απλό και εναργή τρόπο την σπουδαιότητα της Ποίησης στην αντιμετώπιση της πολιτικής παράνοιας που παρακολουθούμε στον καιρό μας.

Ας διαβάσουμε το ποίημα του μεγάλου μας ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη «Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.» γραμμένο το 1928, στη συνέχεια να μας το αφηγείται εκπληκτικά ο ηθοποιός Χρήστος Τσάγκας και μετά σε λογοτεχνική ανάλυση.

Ἐν Mεγάλῃ Ἑλληνικῄ Ἀποικία, 200 π.Χ. [1928]

Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.
Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία
δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.


Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ' εμπρός.

Σημείωση: «Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων ἀπὸ τῶν βαρβάρων ναῶν τὴν Ἀσίαν κατοικούντων», τὸ ἐπίγραμμα αὐτὸ μαζὶ μὲ 300 πανοπλίες ἐστάλησαν στὴν Ἀθήνα καὶ κρεμάστηκαν στὸν Παρθενώνα μετὰ τὴν μάχη τοῦ Γρανικοῦ ποταμοῦ, ὁπότε ἐπήλθε καὶ ἡ ἀπελευθέρωση τῶν παραλίων τῆς Μ. Ἀσίας ἀπὸ τὸν Περσικό ζυγό.

sta-200-pch

Λογοτεχνικο-ιστορική ανάλυση του ποιήματος

Ένα ιστορικοφανές ποίημα του Καβάφη με θέμα την αρνητική δράση των Πολιτικών Αναμορφωτών που αναλαμβάνουν να επανορθώσουν την οικονομική κατάσταση μιας ελληνικής αποικίας.

Η δράση του ποιήματος τοποθετείται στα 200 π.Χ., όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στρέφει την προσοχή της προς τις ελληνικές περιοχές και αποφασίζει να αναμιχθεί ενεργότερα στις υποθέσεις τους. Το 197 π.Χ. ο Φίλιππος ο Ε' της Μακεδονίας θα ηττηθεί στις Κυνός Κεφαλές και το τέλος της ελληνιστικής εποχής θα ακολουθήσει με γοργούς ρυθμούς. Η χρονική τοποθέτηση, επομένως, του ποιήματος σε αυτή την εποχή ενισχύει την ειρωνεία του ποιητή καθώς η ελληνική αποικία είναι ούτως ή άλλως καταδικασμένη είτε αποφασίσει να καταφύγει στη βοήθεια του Πολιτικού Αναμορφωτή είτε όχι.

Ο όρος Πολιτικός Αναμορφωτής αποτελεί αναχρονισμό, καθώς στην εποχή εκείνη δεν είχε ακόμη καθιερωθεί ο όρος αυτός, αλλά ο ποιητής θέλοντας να καυτηριάσει τη δράση εκείνων που αναμειγνύονται στις ξένες υποθέσεις με το πρόσχημα της βοήθειας, δημιουργεί -κατά την προσφιλή του συνήθεια- ένα δικό του ιστορικό σκηνικό, προσαρμοσμένο στις ποιητικές του ανάγκες, οπότε ο αναχρονισμός δεν επηρεάζει αρνητικά το αποτέλεσμα.

Η κατάσταση στην αποικία (που δεν κατονομάζεται) είναι άσχημη και παρόλο που η πρόοδος της πολιτείας συνεχίζεται, εντούτοις αρκετοί πιστεύουν πως πρέπει να αιτηθούν τη βοήθεια κάποιου Αναμορφωτή. 

Η ειρωνεία του ποιητή είναι σαφής όταν τονίζεται ότι η πολιτεία συνεχίζει να προχωρά μπροστά και να προοδεύει, υπό την έννοια ότι σύντομα η αποικία αυτή όπως και οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις θα τεθεί υπό τον έλεγχο των Ρωμαίων, οπότε στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν περιθώρια ούτε προόδου ούτε και βελτίωσης της κατάστασης. 

Ο Αναμορφωτής θα προέλθει είτε από τη μητρόπολη είτε από κάποια ξένη πολιτεία, κάτι που δεν διευκρινίζεται καθώς σε κάθε περίπτωση θα είναι κάποιος ξένος, εντελώς αποστασιοποιημένος από την εκεί κατάσταση και τους πολίτες και θα έρθει να επιβάλλει σκληρά μέτρα, χωρίς να τον απασχολούν οι αρνητικές επιπτώσεις.

Ο δισταγμός της πολιτείας να καταφύγει στη λύση του Αναμορφωτή είναι λογική μιας και οι Αναμορφωτές έχουν τη συνήθεια να έρχονται και να ελέγχουν τα πάντα, αδιαφορώντας για τις περιστάσεις που έχουν οδηγήσει στη δημιουργία διαφόρων καταστάσεων, έστω και αρνητικών, και προχωρούν αμέσως σε δραστικές επιλογές, με σκοπό να αλλάξουν τα πάντα ριζικά. Θα ήταν ευτύχημα να μη χρειαζόταν καμία πολιτεία να καταφύγει σε αυτούς, όπως σχολιάζει ο ποιητής, καθώς το μόνο που τους απασχολεί είναι να φτάσουν στο υποτιθέμενα θετικό αποτέλεσμα της οικονομικής επανόρθωσης, βασιζόμενοι όμως κυρίως στις θυσίες και στις περικοπές, αδιάφορο αν οι θυσίες αυτές λειτουργούν με πολλαπλό τρόπο εις βάρος της πολιτείας.


Αναπαράσταση μιας συνεδρίας στη ρωμαϊκή 
Σύγκλητο, τοιχογραφία του 19ου αιώνα.

Οι Αναμορφωτές δεν έχουν κανένα λόγο να ασχολούνται με τις αρνητικές συνέπειες που θα έχουν οι επιλογές τους, μιας και οι ίδιοι έρχονται από αλλού και δε θα χρειαστεί να βιώσουν τη λαίλαπα που θα προκαλέσουν με τις δήθεν λύσεις τους. Η σταθερή απάντηση των Αναμορφωτών σε κάθε πρόβλημα είναι οι περικοπές και οι συνεχείς θυσίες, όχι η δημιουργία αλλά η κατακρεούργηση, όχι το ενδιαφέρον για τους πολίτες αλλά ο ψυχρός υπολογισμός. Τίποτε δεν έχει σημασία για τους Αναμορφωτές πέρα από το τελικό αποτέλεσμα, έστω κι αν αυτό προκύψει μέσα από βίαιες ανατροπές για ολόκληρη την κοινωνία. 

Οι Αναμορφωτές δε γνωρίζουν τις λεπτές ισορροπίες που έχουν δημιουργηθεί με τα χρόνια σε μια κοινωνία, δεν ενδιαφέρονται για τους πολίτες και τις ανάγκες τους, το μόνο που κάνουν είναι να «βρίσκουν και βρίσκουν περιττά». Όντας αποστασιοποιημένοι και αδιάφοροι για την πολιτεία, οι Αναμορφωτές τα θεωρούν όλα περιττά.

Κι όταν τελειώσουν το χειρουργικό τους έργο τι απομένει; Μια οικονομική επανόρθωση στα χαρτιά και μια κοινωνία που έχει έρθει αντιμέτωπη με το σκληρό πρόσωπο των κρατούντων. Εκείνοι παίρνουν στο ακέραιο την ανταμοιβή τους -τους αξίζει άλλωστε για το αποτελεσματικό τους έργο- και η πολιτεία μένει ακρωτηριασμένη.

Ο Καβάφης δεν επιλέγει τη λύση των Αναμορφωτών, δε συμφωνεί με τους ξενόφερτους ειδικούς που ξέρουν μόνο να κόβουν κάθε τι περιττό, γι’ αυτό και προτείνει την αναμονή και τη σύνεση προτού η πολιτεία καταφύγει σε κάτι που μόνο ως έσχατη λύση θα μπορούσε να θεωρηθεί. Βέβαια, ο ποιητής που τόσο αγαπά την παρακμή, έχει φροντίσει ήδη από την αρχή του ποιήματος (200 π.Χ.) να καταστήσει σαφές ότι επί της ουσίας δεν μπορεί να υπάρξει λύση, εφόσον σύντομα οι Ρωμαίοι θα έλθουν και θα κατακτήσουν τα πάντα.

Ο χρόνος στον οποίο έχει τεθεί η δράση του ποιήματος (200 π.Χ.) έρχεται σε εμφανή αντίθεση με την αισιόδοξη νότα του τελευταίου στίχου που πρεσβεύει ότι τουλάχιστον η πολιτεία προχωρά μπροστά. Ο ποιητής, άλλωστε, δεν επιθυμεί να στηρίξει τη σκέψη ότι η πολιτεία θα σωθεί χωρίς τους Αναμορφωτές, η πολιτεία είναι ούτως ή άλλως χαμένη. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να δώσει με μεγαλύτερη έμφαση την άρνησή του απέναντι στους Αναμορφωτές. Ακόμη και μια πολιτεία που είναι καταδικασμένη να χαθεί δεν έχει κανένα λόγο να στρέφεται στους Αναμορφωτές.

Μια πολιτεία με τα λάθη και της ατέλειές της είναι σαφώς προτιμότερη από μια πολιτεία που έχει πέσει στα χέρια απρόσωπων και αδιάφορων Αναμορφωτών που έρχονται για να ανατρέψουν τα πάντα. Είναι προτιμότερο να ζει μια κοινωνία με τις ατέλειές της αλλά και τις θετικές της προσδοκίες, παρά να καταφεύγει σ’ εκείνους που ξέρουν να βλέπουν μόνο τις ατέλειες. 

Στο Βίντεο το ποίημα του Κ. Καβάφη,
διαβάζει ο ηθοποιός Χρήστος Τσάγκας ♪


Γ.Π. Σαββίδης, σχόλιο για το ποίημα «Στα 200 π.Χ.»

Το ποίημα τιτλοφορείται: «Στα 200 π.Χ.» -δηλαδή, όπως και ένα άλλο μεγάλο, καθαρώς πολιτικό ποίημα του Καβάφη, το «Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.», τοποθετεί το στόχαστρό του στην καμπή της ελληνιστικής εποχής: με πλήρη προοπτική της ακμής της και με υπολανθάνουσα την εμφάνιση της Ρώμης στο προσκήνιο. 

Δέκα χρόνια πριν από τη Μάχη της Μαγνησίας και 134 χρόνια μετά την μάχη του Γρανικού. Το ποίημα αυτό μνημειώνει και μιάν άλλη νίκη του Καβάφη και του Ελληνισμού.

Βρισκόμαστε στα χρόνια όπου ο καταποντισμός της Μεγάλης Ιδέας έχει αφήσει το έθνος μας χωρίς κοσμικό αντιστύλι, χωρίς ιστορικό ιδανικό. Ο ανασταλτικός αντίχτυπος στις οξύτερες συνειδήσεις, και μάλιστα στους ποιητές, είναι ολοφάνερος: η στάση των νεοτέρων, ως την ώρα του Σεφέρη, πολώνεται γύρω από την αυτοκτονία του Καρυωτάκη, ενώ ο πρωτογέροντας Παλαμάς βυθίζεται ολοένα μέσα στην Νύχτα του Φήμιου.

Την ίδια ώρα, η γενιά του 1910, που βρίσκεται στην ακμή της, νιώθει πως πρέπει με κάθε θυσία να αντικαταστήσει την Μεγάλη Ιδέα με ένα υπερεθνικόν ιδανικό ριζωμένο στα ελληνικά δεδομένα: έτσι, ο Σικελιανός, αφού παρατήσει στην μέση Το Πάσχα των Ελλήνων για να γράψει το Ανοιχτό υπόμνημα στη Μεγαλειότητά του, γαντζώνεται απεγνωσμένα από την Δελφικήν Ιδέα.

Ο Βάρναλης, που από το Παρίσι έχει οσμιστεί την καταστροφή να έρχεται, κάνει μια γενναία προσπάθεια για να συνδυάσει τον Σολωμό με τον Μαρξ, αλλά ύστερα από τους Σκλάβους Πολιορκημένους σωπαίνει ως ποιητής. Και ο Καζαντζάκης, αφού μάταια περιφέρει την γερμανοθρεμμένη Ασκητική του, θα πασχίσει ως το 1938 να την σαρκώσει στην Οδύσσειά του.

Μονάχα ο Καβάφης, «σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος», θα συνεχίσει ακλόνητος τον δημιουργικό δρόμο της ιστορικής του αίσθησης. Δρόμο που τότε ήταν κρυμμένος από τα μάτια των Ελλαδικών, οι οποίοι το πολύ διανοητικά μπορούσαν να συλλάβουν την διαχρονική ουσία του Ελληνισμού: «την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών».

Μα η πιο μεγάλη νίκη της αίσθησης του Καβάφη, θαρρώ πως είναι η τελική προσαρμογή της εγκόσμιάς του συνείδησης με την μόνη πνευματική πραγματικότητα. Ξεπερνώντας την αρχαιολατρία του αισθητή και του λογιοτάτου, διαβλέποντας τις δήθεν θέσφατες αναμορφώσεις των λογής λογής αποστατών, αυτός ο γνήσιος παραβάτης θα σταθεί μπρος στην ρίζα της πίστης με όλα της τα νέα άνθη.


Ο Καβάφης στα 200 π.Χ  Άρθρο του καθηγητή φιλοσοφίας 
Δημ. Λιαντίνη στο περιοδικό «Τα εκπαιδευτικά» το 1994 


Στρατής Τσίρκας, [σχόλιο για το ποίημα «Στα 200 π.Χ.»] Ιαν.

Πόσο βαθειά θα κολακευόταν ο Καβάφης αν άκουγε να τον παρομοιάζουν με τον Πρωτέα… Αυτό είχε φτάσει να αισθάνεται για τον εαυτό του μπρος το τέλος της ζωής του. Όταν το 1930 μου έλεγε –κι εδώ νομίζω πως μπορώ να επικαλεστώ μια πρoσωπική μου μαρτυρία, αφού υπάρχει καταγραμμένη χρόνια τώρα από τον κ. Μαλάνο: «Είμαι κι εγώ Ελληνικός», μέσα στη σκέψη του δουλεύονταν οι στίχοι που θα γράψει τον επόμενο χρόνο:

«Aλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων—»

Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θ’ αδιαφόρησαν παντάπασι στην Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή. «Πλην Λακεδαιμονίων»,
μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν
σαν πολυτίμους υπηρέτας. Άλλωστε
μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ αρχηγό
δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής.
A βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».

Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.

Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων στον Γρανικό·
και στην Ισσό μετά· και στην τελειωτική
την μάχη, όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός
που στ’ Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:
που απ’ τ’ Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κ’ εσαρώθη.

Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς·
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.

Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς.

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

Ο Καβάφης και πριν και μετά τα 1910 εκφράζει την εποχή του, κοιταγμένη μέσα από το πρίσμα ενός τομέα της: του παροικιακού ελληνισμού. Το σύμπλεγμα Πρωτέας–ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών, το μυστικό δηλαδή της επιβίωσης του ελληνισμού της διασποράς, το έκαμε πυρήνα της βιοθεωρίας του, όταν μετάθεσε τις ελπίδες της προέκτασής του μέσα στο χρόνο από το ηθικοκοινωνικό στάδιο στο ποιητικό. Αυτό εξηγεί και το μεγάλο του πόθο να ξαπλωθεί η «Ελληνική Λαλιά» «ως μέσα στην Βακτριανή». Θα εξασφαλιζόταν μ’ αυτό τον τρόπο το πλήθος των αναγνωστών που δεν έπαψε να ονειρεύεται για το έργο του.

Βίντεο: Ο συγγραφέας, φιλόλογος και κριτικός της λογοτεχνίας 
Ρένος Αποστολίδης (1924-2004) διαβάζει το ποίημα και το σχολιάζει.

Περισσότερα: Κ.Π. Καβάφης


Βιβλιογραφία

• Για την …ελληνική αποικία του 2013 μ.Χ., της Σοφίας Ντρέκου, για την ιστοσελίδα «Αέναη επΑνάσταση» στην ενότητα, Κ.Π. Καβάφης
• Ο Καβάφης στο υπόγειο του μεγάρου Μαξίμου: Κώστας Βούλγαρης, κριτικός λογοτεχνίας
• Γ.Π. Σαββίδης, σχόλιο για το ποίημα «Στα 200 π.Χ.»
• Ο Καβάφης στα 200 π.Χ. Άρθρο του καθηγητή φιλοσοφίας Δημ. Λιαντίνη, στο περιοδικό «Τα εκπαιδευτικά» το 1994
• Λογοτεχνικο-ιστορική ανάλυση του ποιήματος - Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Κων. Μάντη, latistor.blogspot.com
• Γ.Π. Σαββίδης, «Η πολιτική αίσθηση στον Καβάφη» (στο συλλογικό τόμο Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη), εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
• Στρατής Τσίρκας, «Ο απατηλός γέρος» (στο συλλογικό τόμο Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

★ The name S. Drekou is mentioned in a paper in Dimitris Plantzos's research area, Cavafy
View Your Mentions ▸Διεστραμμένα θραύσματα: αναφορά του Καβάφη στην Αθήνα που έχει πληγεί από την κρίση. - Δημήτρης Πλάντζος [Perverse fragments: citing Cavafy in crisis-stricken Athens - Dimitris Plantzos]

Academia.edu
Dear Sophia,

You just visited Dimitris Plantzos's profile. The name "S. Drekou" is mentioned in a paper in Dimitris Plantzos's research area, "Cavafy".
https://www.academia.edu/upgrade?feature=name_mentions&trigger=profile-hit-research-interest-encore

Πηγή: Αέναη επΑνάσταση | Sophia Ntrekou.gr

Περισσότερα Θέματα: Κ.Π. ΚαβάφηςΠοίηση